Την
Παρασκευή 5/4 εκδικάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) η
προσφυγή του Συλλόγου της ΑΤΕ κατά της διάλυσης και «πώλησης» της ΑΤΕ.
ΕΝΩΠΙΟΝ
ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΑΙΤΗΣΗ
1. Του σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος Εργαζομένων ΑΤΕ» (ΣΕΑΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής αριθμός 10, νομίμως εκπροσωπουμένου
2. Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας εργαζομένων ΑΤΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Κανάρη αριθμός 24, νομίμως εκπροσωπουμένου,
3. Του Κωνσταντίνου Αμούντζια, Προέδρου του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
4. Του Χαράλαμπου Σκούλικα, Α’ Αντιπροέδρου του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
5. Της Αγγελικής Καστραντά, Β’ Αντιπροέδρου του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
6. Του Γρηγορίου Σαμπάνη, Γενικού Γραμματέα του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
7. Του Αλέξανδρου Παπαϊωάννου, Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
8. Της Ηρούς Φίλη, Ταμία του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
9. Της Φρύνης Διαλέτη, Αναπληρωτή Ταμία του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
10. Του Γρηγόρη Βασιλείου, Οργανωτικού Γραμματέα του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
11. Της Ήβας Καρυώτη, Αναπληρώτριας Οργανωτικού Γραμματέα του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
12. Του Αλέξανδρου Στάμου, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
13. Του Ιωάννη Ρούλια, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
14. Της Μαρίας Παπαβασιλείου, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
15. Του Ιωάννη Τελλίδη, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
16. Της Σοφίας Τσαλουχίδου, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
17. Του Παναγιώτας Μηχανικού, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
18. Του Εμμανουήλ Αγγελάκη, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
19. Του Χαράλαμπου Πασσά, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
20. Του Αναστασίου Χρυσοχοΐδη, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
21. Της Αλεξάνδρας Μπάλλου, Μέλους του ΣΕΑΤΕ, κατοίκου Αθηνών, οδός Αμερικής αριθμός 11,
22. Της Βασιλείας Ασημακοπούλου, κατοίκου Ζούμπερι Νέας Μάκρης Αττικής, οδός Ελευθερίου Βενιζέλου αριθμός 7,
23. Του Γεωργίου Παπαργύρη του Νικολάου, κατοίκου Νέας Επιδαύρου Αργολίδας
24. Του Δημητρίου Τσιούτσια του Κωνσταντίνου, κατοίκου Τρικάλων Θεσσαλίας, οδός Πίνδου και Κριεζή
25. Της Ειρήνης Παπανικολοπούλου – Πέτρου του Στεφάνου, κατοίκου Άνοιξης Αττικής, οδός Τειρεσία, αριθμός 4
26. Του Μιχαήλ Καμπαλούρη του Ιωάννου, κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, οδός Αγνώστων Μαρτύρων αριθμός 14
27. Του Αλκιβιάδη Οικονόμου, δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, οδός Ομήρου 58.
Γ Ι Α Τ Η Ν Α Κ Υ Ρ Ω Σ Η
1. Της από 27-7-2012 (Συνεδρίαση 46/27-7-2012, Θέμα 1ο) απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος με θέμα «Ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΤΕ’, θέση αυτού σε ειδική εκκαθάριση και διορισμός ειδικού εκκαθαριστή» (ΦΕΚ Β’, 2208/27-7-2012).
2. Της από 27-7-2012 (Συνεδρίαση 4/27-7-2012, Θέμα 1ο) απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος με θέμα «Εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ’ στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία ‘Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ’» (ΦΕΚ Β’ , 2209/27-7-2012).
3. Της από 27-7-2012 (Συνεδρίαση 4/27-7-2012, Θέμα 2ο) απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος με θέμα «Καθορισμός της διαφοράς αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται από το υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα ‘Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ’ στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία ‘Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ’» (ΦΕΚ Β’, 2209/27-7-2012).
4. Της από 27-7-2012 (Συνεδρίαση 4/27-7-2012, Θέμα 3ο) απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδας με θέμα «Καθορισμός του ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ’ στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία ‘Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ’» (ΦΕΚ Β’ , 2209/27-7-2012).
5. Της υπ’ αρ. 35563/Β.1213/8-8-2012 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Καθορισμός ανώτατου ορίου ύψους αποζημίωσης ανά δικαιούχο από απαίτηση του άρθρου 154γ του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά την ειδική εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ’» (ΦΕΚ Β’ , 2317/10-8-2012) .
6. Κάθε άλλης συναφούς προς τις ανωτέρω, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, πράξης ή παράλειψης της διοίκησης.
Ι. Ιστορικό.
Α. Με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη αποφασίσθηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΤΕ» επειδή «τα ίδια κεφάλαιά του, κατά παράβαση της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν. 3601/2007, είναι κατώτερα ακόμη και του απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου, όπως αυτό ορίζεται για τα πιστωτικά ιδρύματα … Το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να αυξήσει τα κεφάλαιά του, ώστε να αρθεί η παρούσα ανεπάρκειά τους, δεδομένων: i.α) της αδυναμίας του πιστωτικού ιδρύματος να προτείνει σχέδιο αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειάς του, καθώς και της αδυναμίας του βασικού του μετόχου να καλύψει την ως άνω απαιτούμενη αύξηση των ιδίων κεφαλαίων του … i.β) της έλλειψης βιωσιμότητας του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, λόγω της οποίας αυτό δεν μπορεί να λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατά τον ν. 3846/2010, όπως προκύπτει από την υπό στοιχείο ε) ανωτέρω Απόφαση της Επιτροπής [37/8/19-4-2012], λόγος τροποποίησης των παραδοχών της οποίας δεν συντρέχει. ii. εξαιτίας της ανωτέρω ανεπάρκειας των ιδίων κεφαλαίων του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος και της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασής του, έχει καταστεί ανέφικτη η πρόσβαση στην παροχή ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με πράξεις νομισματικής πολιτικής, αλλά καθίσταται πλέον ανέφικτη και η παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ ελλείπει και κάθε εναλλακτική πηγή ρευστότητας».
Β. Με τη δεύτερη των προσβαλλόμενων πράξεων, η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και η οποία επικαλείται μεταξύ άλλων στο προοίμιό της «στ) την έγγραφη προσφορά που υποβλήθηκε την 27.7.2012 στο πλαίσιο της άτυπης διαδικασίας υποβολής προσφορών που έλαβε χώρα ενώπιον της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων του σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος’», αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: «Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία ‘Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ’ (εφεξής: ‘η Πειραιώς’) μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ’ (εφεξής: ‘η Αγροτική’) με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η ‘Πειραιώς’, καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της ‘Αγροτική’ (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α’ έως και ιστ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως ‘μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία’». Στη συνέχεια της ίδιας απόφασης περιέχεται ενδεικτική απαρίθμηση των μεταβιβαζόμενων στην Τράπεζα Πειραιώς περιουσιακών στοιχείων (π.χ. καταθέσεις πελατών στην Αγροτική, ταμειακά διαθέσιμα, καταθέσεις και τραπεζικοί λογαριασμοί της Αγροτικής στην Τράπεζα της Ελλάδας και σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού, εμπράγματα δικαιώματα της Αγροτικής επί κινητών και ακινήτων) και αποκλειστική απαρίθμηση των περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν στην υπό εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα (π.χ. υποχρεώσεις της Αγροτικής από ομολογιακό δάνειο προς την «ABG Finance International plc», υποχρεώσεις της Αγροτικής από θυγατρικές της, ως επί το πλείστον ζημιογόνες επιχειρήσεις, όλες οι υποχρεώσεις της Αγροτικής για αποζημίωση των τέως υπαλλήλων της και άλλων τρίτων). Με τον τρόπο αυτό, το «υγιές» μέρος της Αγροτικής Τράπεζας μεταβιβάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς και το «προβληματικό» μέρος παραμένει στην υπό εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα.
Επισημαίνεται προεισαγωγικά ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη της 27-7-2012 στηρίζεται σε έγγραφα, προσφορές, δηλώσεις, εισηγήσεις και αποφάσεις (απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και επιστολή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, προσφορά και δήλωση συναίνεσης της Τράπεζας Πειραιώς σχετικά με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, εισηγητικό σημείωμα της Μονάδας Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), που εκδόθηκαν όλα την ίδια ημέρα, δηλαδή την 27-7-2012! Επισημαίνεται επίσης ότι και οι δύο επόμενες προσβαλλόμενες πράξεις (καθορισμός της διαφοράς αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται και καθορισμός του ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση) εκδόθηκαν την ίδια ημέρα (27-7-2012) επί τη βάσει σχετικών εισηγήσεων της ίδιας ημέρας (27-7-2012).
Γ. Με την τρίτη των προσβαλλόμενων πράξεων καθορίσθηκε η διαφορά αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται από την υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα στην Τράπεζα Πειραιώς. Εξάλλου, με την τέταρτη των προσβαλλόμενων πράξεων καθορίσθηκε το αντάλλαγμα που πρέπει να καταβάλει η Τράπεζα Πειραιώς στην υπό εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα για την εν λόγω μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στα 95.000.000 ευρώ.
Δ. Τέλος, με την πέμπτη προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίσθηκε «ως ανώτατο όριο ύψους αποζημίωσης ανά δικαιούχο από απαίτηση βάσει του άρθρου 154 γ του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α’ 153) ποσοστό 50% επί της νόμιμης αποζημίωσης». Το άρθρο 154 γ του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ισχύει, προβλέπει ότι «Μετά από την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή και οριστική αντιμισθία του συνδίκου και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων, οι πιστωτές κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά : … γ) Οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης. Απαιτήσεις από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, καθώς και απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν. Απαιτήσεις δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, εφόσον αμείβονται κατά υπόθεση, κατατάσσονται στην τάξη αυτή, εφόσον προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες πριν την κήρυξη της πτώχευσης». Εξάλλου, η πέμπτη προσβαλλόμενη πράξη περί ανώτατου ορίου ύψους αποζημίωσης φέρεται να στηρίζεται, σύμφωνα με το προοίμιό της, στο άρθρο 13Α παρ. 4 του ν. 3747/2009 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 4021/2011), το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Εάν ενεργοποιηθεί το ΤΕΚΕ [Ταμείο Εγγυήσεως Καταθέσεων και Επενδύσεων] για τους σκοπούς των άρθρων 63Δ και 63Ε του ν. 3601/2007, σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης τα Σκέλη του ΤΕΚΕ αποκτούν αξιώσεις κατά του πιστωτικού ιδρύματος που τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση, οι οποίες ικανοποιούνται προνομιακά από το προϊόν της ειδικής εκκαθάρισης μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 154 περίπτωση γ’ του Πτωχευτικού Κώδικα και πριν από τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα. Το ύψος της απαίτησης του άρθρου 154 περίπτωση γ’ του Πτωχευτικού Κώδικα ανά δικαιούχο που ικανοποιείται προνομιακά κατά το προηγούμενο εδάφιο υπόκειται σε ανώτατο όριο, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Το τυχόν υπερβάλλον ποσό της απαίτησης κάθε δικαιούχου ικανοποιείται μετά τα Σκέλη του ΤΕΚΕ και πριν από τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα».
Ε. Με την παρούσα αίτηση, την οποία ασκούμε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, ζητούμε την ακύρωση των ως άνω προσβαλλόμενων πράξεων για τους ακόλουθους νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους.
Σημειώνεται ότι οι τέσσερις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις προσβάλλονται παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκαν από όργανα της Τράπεζας της Ελλάδας που αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Και τούτο διότι η Τράπεζα της Ελλάδας κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς της που αφορά την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την ανάκληση των αδειών των ιδρυμάτων αυτών και τη ρύθμιση των ζητημάτων που συνδέονται και στηρίζονται σε αυτήν (π.χ. εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, καθορισμός της διαφοράς αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται, καθορισμός ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων), ασκεί δημόσια εξουσία. Κατ’ επέκταση, οι εκδιδόμενες στο πλαίσιο αυτό πράξεις αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παραδεκτώς προσβαλλόμενες ενώπιον του Δικαστηρίου Σας. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από το άρθρο 9 του ν. 3601/2007, κατ’ επίκληση του διατάξεων του οποίου εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος («Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας»).
Η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης ασκείται παραδεκτώς και από την άποψη του εννόμου συμφέροντος. Ειδικότερα:
1) το πρώτο (1ο) εξ ημών είμαι σωματείο με έδρα την Αθήνα (οδός Αμερικής αριθμός 11) μέλη μου είναι μόνο εργαζόμενοι της Αγροτικής Τράπεζας (μόνιμοι και έκτακτοι). Ο καταστατικός μου σκοπός (βλέπε άρθρο 2 του καταστατικού) συνίσταται στη μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών μου και στην ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και συναδέλφωσης όχι μόνο μεταξύ των μελών του αλλά και των εργαζομένων γενικότερα. Ειδικότερα σκοπός του σωματείου είναι: α) Η μελέτη, τεκμηρίωση και προβολή των αιτημάτων των μελών του με σκοπό την προστασία των κατακτημένων και την βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης. β) Η πληρέστερη αξιοποίηση των επιστημονικών και υπηρεσιακών γνώσεων και ικανοτήτων των μελών του, με στόχο την ορθολογικότερη και δικαιότερη υπηρεσιακή τους κατάσταση και εξέλιξη, όχι μόνο για να αυξηθεί η παραγωγικότητα των εργαζομένων στην Τράπεζας, γεγονός που θα συμβάλει στην πρόοδο και ανάπτυξή της και παραπέρα στην υποβοήθηση της ανάπτυξης του αγροτικού τομέα και γενικά της εθνικής Οικονομίας, αλλά και για να συμμετέχουν τα μέλη του, και οι εργαζόμενοι στην ΑΤΕ γενικότερα στην διανομή του αυξημένου προϊόντος της εργασίας τους. γ) Η ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και συνεργασίας τόσο μεταξύ των μελών του όσο και μεταξύ των εργαζομένων γενικότερα. δ) Η προώθηση των ίσων ευκαιριών για όλους τους εργαζόμενους, σε συνδυασμό με την προσπάθεια για την εξάλειψη των ανισοτήτων στα ζητήματα της υπηρεσιακής εξέλιξης και αξιοποίησης που βαρύνουν, κυρίως, τις γυναίκες εργαζόμενες. ε) Η υπεράσπιση όλων των ανθρωπίνων πολιτικών, κοινωνικών, δημοκρατικών, συνδικαλιστικών και οικονομικών δικαιωμάτων των μελών του, που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, στις επικυρωμένες Διεθνείς Συμβάσεις, στους Νόμους του Κράτους και στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. στ) Η υποβοήθηση των μελών του σε οποιοδήποτε ηθικό, δίκαιο και νόμιμο θέμα τους, που έχει σχέση με την εργασία τους στην ΑΤΕ. ζ) Η συμβολή στη μόρφωση και επιμόρφωση των μελών του καθώς και σε δραστηριότητες πολιτιστικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου. η) Συμμετοχή στα κεφάλαια και στη Διοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος με τελικό στόχο την αυτοδιαχείριση. θ) Η σύσταση ή η συμμετοχή σε καταναλωτικούς ή πιστωτικούς ή οικονομικούς συνεταιρισμούς. ι) Η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθειά τους. κ) Η προάσπιση της Ειρήνης, της Δημοκρατίας και της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Νομιμοποιούμαι λοιπόν να ασκήσω την παρούσα δεδομένου ότι με τις προσβαλλόμενες πράξεις εθίγησαν (και εξακολουθούν να θίγονται) εργασιακά δικαιώματα των μελών μου (επ’ αυτών βλέπε ειδικώς κατωτέρω).
Επιπλέον, το πρώτο εξ ημών είμαι κύριος είκοσι επτά χιλιάδων διακοσίων δεκαέξι (27.216) μετοχών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, με ονομαστική αξία 0,155 ευρώ εκάστη και συνολική αξία που ανέρχεται στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (4.218,48 €) (στοιχεία της 27.07.2012, η οποία ήταν και η τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης της εν λόγω μετοχής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) Με τις προσβαλλόμενες πράξεις η αξία των μετοχών που κατέχω εκμηδενίστηκαν πλήρως, δεδομένου ότι, με τις προσβαλλόμενες πράξεις έπαψε να λειτουργεί η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας και η περιουσία που παρέμεινε στην υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας είναι σημαντικά μειωμένη και προδήλως ανεπαρκής ακόμα και για την ικανοποίηση των πιστωτών και λοιπών απαιτήσεων και την υλοποίηση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης. Συνεπώς, η κατοχή των εν λόγω μετοχών δεν μπορούν να μου αποφέρουν κανένα εισόδημα (π.χ. μέρισμα), καθώς αφορούν μια τραπεζική εταιρεία που δεν λειτουργεί και άρα δεν παράγει (ούτε δύναται να παράξει) οποιοδήποτε κέρδος για τους μετόχους της. Είναι δε αυτονόητο ότι ουδείς τρίτος θα μπορούσε να εκδηλώσει ενδιαφέρον για να αγοράσει τις εν λόγω μετοχές ακόμη και με συμβολικό τίμημα.
2) Το δεύτερο (2ο) εξ ημών είμαι αλληλοβοηθητικό ταμείο, μέλη μου είναι οι μόνιμοι υπάλληλοι καθώς και τα πρόσωπα που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου με αμοιβή στην Αγροτική Τράπεζα, οι πόροι μου προέρχονται από τις εισφορές των μελών (υπολογιζομένων ως ποσοστό επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους) και από προσόδους από την περιουσία του Ταμείου (τόκοι, μισθώματα, μερίσματα κλπ). Ο καταστατικός σκοπός μου είναι η χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους στο Ταμείο και στα μέλη της οικογένειας των ασφαλισμένων, που πεθαίνουν [βλέπε άρθρο 1 επ. του Καταστατικού του Ταμείου που έχει εγκριθεί με την υπ’ αριθμό Φ.80000/23358/1107/2003 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 2/07.01.2004)].
Νομιμοποιούμαι για την άσκηση της παρούσας, αφενός γιατί τυγχάνω κύριος ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων ογδόντα τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα μίας (1.483.161) μετοχών της Αγροτικής Τράπεζας με ονομαστική αξία 0,155 ευρώ εκάστη και συνολική αξία που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (229.889,95 €) (στοιχεία της 27.07.2012, η οποία ήταν και η τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης της εν λόγω μετοχής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) και, συνεπώς, ισχύουν και για μένα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν για το πρώτο από μας (υπό την ιδιότητα του μετόχου). Αφετέρου, συνεπεία των προσβαλλόμενων πράξεων περιήλθα σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ειδικότερα, πρώτον απώλεσα τη δυνατότητα να εισπράττω ως πόρους τόσο τις εισφορές των μελών (υπολογιζομένων ως ποσοστό επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους). Δεύτερο, μετά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων και συνεπεία αυτών, έχουν ήδη υποβληθεί εκ μέρους των μελών μου πεντακόσιες εξήντα μία (561) αιτήσεις για την καταβολή εφάπαξ βοηθήματος και χίλιες τριακόσιες σαράντα εννέα (1.349) αιτήσεις για την επιστροφή καταβληθεισών εισφορών (στοιχεία της 18.10.2012), με περαιτέρω συνέπεια να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του ταμείου.
3) Οι τρίτος έως και εικοστή δεύτερη (3ος – 22η) εξ ημών τυγχάναμε εργαζόμενοι της Αγροτικής Τράπεζας (οι δε τρίτος έως και εικοστή πρώτη εξ ημών είμαστε και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου από μας), πλην όμως η εργασιακή μας σχέση λύθηκε κατόπιν της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Τράπεζας της Ελλάδας και θέσης της σε ειδική εκκαθάριση. Επηρεαζόμαστε δε και από τις λοιπές προσβαλλόμενες πράξεις, δεδομένου ότι η Αγροτική Τράπεζα μας οφείλει αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μας. Η αξίωσή μας αυτή σχετίζεται προφανώς με την τελευταία προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αλλά και με τις λοιπές προσβαλλόμενες πράξεις που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία που παραμένουν στην υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα (μειώνονται σημαντικά εις βάρος της περιουσίας από την οποία θα ικανοποιηθούμε).
4) Ο εικοστός τρίτος (23ος) από μας είμαι κύριος εκατόν δεκαοκτώ χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα (118.370) μετοχών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, με ονομαστική αξία 0,155 ευρώ εκάστη και συνολική αξία που ανέρχεται στο ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (18.347,35 €). Όπως ήδη προελέχθη, με τις προσβαλλόμενες πράξεις η αξία των μετοχών που κατέχω εκμηδενίστηκαν πλήρως, δεδομένου ότι, με τις προσβαλλόμενες πράξεις έπαψε να λειτουργεί η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας και η περιουσία που παρέμεινε στην υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας είναι σημαντικά μειωμένη και προδήλως ανεπαρκής ακόμα και για την ικανοποίηση των πιστωτών και λοιπών απαιτήσεων και την υλοποίηση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης. Συνεπώς, η κατοχή των εν λόγω μετοχών δεν μπορούν να μου αποφέρουν κανένα εισόδημα (π.χ. μέρισμα), καθώς αφορούν μια τραπεζική εταιρεία που δεν λειτουργεί και άρα δεν παράγει (ούτε δύναται να παράξει) οποιοδήποτε κέρδος για τους μετόχους της. Είναι δε αυτονόητο ότι ουδείς τρίτος θα μπορούσε να εκδηλώσει ενδιαφέρον για να αγοράσει τις εν λόγω μετοχές ακόμη και με συμβολικό τίμημα.
5) Οι εικοστός τέταρτος και εικοστή πέμπτη (24-25) εξ ημών τυγχάνουμε συνταξιούχοι της Αγροτικής Τράπεζας, οι οποίοι διεκδικούμε από την τελευταία διάφορα ποσά (όπως ειδικότερα κατωτέρω) και οι προσβαλλόμενες πράξεις θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεών μας, οι οποίες απορρέουν από την εργασιακή μας σχέση με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, δεδομένου ότι, με τις προσβαλλόμενες πράξεις (ιδίως την 2η, 3η και 4η αυτών) η περιουσία που παρέμεινε στην υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας για την ικανοποίηση των πιστωτών και λοιπών απαιτήσεων και την υλοποίηση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης είναι προδήλως ανεπαρκής. Ειδικότερα:
ΙΙ. Λόγοι ακύρωσης.
Οι προσβαλλόμενες πράξεις πρέπει να ακυρωθούν από το Δικαστήριό Σας προεχόντως λόγω παράβασης κατ’ ουσίαν διάταξης νόμου και έλλειψης νόμιμης, πλήρους και ειδικής αιτιολογίας. Ειδικότερα (και επιφυλασσόμενοι της προβολής και πρόσθετων λόγων ακύρωσης με σχετικό δικόγραφο, δεδομένου ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, παρά τη σχετική αίτησή μας, αρνήθηκε με το υπ’ αρ. πρωτ. 5638/21.09.2012 έγγραφό της να μας χορηγήσει αντίγραφα των διοικητικών πράξεων και λοιπών εγγράφων, τα οποία επικαλούνται οι προσβαλλόμενες πράξεις στο προοίμιό τους):
Α. Η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία αποφασίσθηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση, τυγχάνει ακυρωτέα επειδή στηρίζεται σε αόριστες, γενικόλογες και ατεκμηρίωτες παραδοχές, ιδίως όσον αφορά την επικαλούμενη έλλειψη βιωσιμότητας και αδυναμία ρευστότητας της Αγροτικής Τράπεζας.
Ενδεικτικά αναφέρονται τα προβαλλόμενα στο προοίμιο της προσβαλλόμενης περί «έλλειψης βιωσιμότητας του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, λόγω της οποίας αυτό δεν μπορεί να λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατά τον ν. 3846/2010, όπως προκύπτει από την υπό στοιχείο ε) ανωτέρω Απόφαση της Επιτροπής [37/8/19-4-2012], λόγος τροποποίησης των παραδοχών της οποίας δεν συντρέχει», χωρίς ωστόσο να αναφέρεται από ποιον και πότε έγινε έρευνα και επαναξιολόγηση των δεδομένων και που αποτυπώθηκαν τα πορίσματα της έρευνας αυτής, ώστε να διαπιστωθεί τεκμηριωμένα εάν οι παραδοχές της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας του Απριλίου του 2012 παρέμεναν αμετάβλητες ή όχι στα τέλη Ιουλίου του ίδιου έτους οπότε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη. Επίσης, στο προοίμιο της προσβαλλόμενης γίνεται παντελώς αναιτιολόγητα επίκληση «της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης» της Αγροτικής Τράπεζας, χωρίς να παρατίθεται και πάλι κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να τεκμηριώνει την αόριστη αυτή παραδοχή. Το ίδιο (αόριστες αναφορές και έλλειψη τεκμηρίωσης με συγκεκριμένα στοιχεία που να προσδίδουν νόμιμη και επαρκή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη πράξη) ισχύει και για τις γενικόλογες παραδοχές στο προοίμιο της προσβαλλόμενης ότι «έχει καταστεί ανέφικτη η πρόσβαση στην παροχή ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με πράξεις νομισματικής πολιτικής, αλλά καθίσταται πλέον ανέφικτη και η παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ ελλείπει και κάθε εναλλακτική πηγή ρευστότητας».
Η προεκτεθείσα ακυρότητα της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης συμπαρασύρει στην ακυρότητα και τις λοιπές προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες στηρίζονται στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας και στη θέση σε ειδική εκκαθάριση της Αγροτικής και οι οποίες δεν θα είχαν εκδοθεί, εάν δεν είχε εκδοθεί η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη.
Β. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, αποφασίσθηκε η μεταβίβαση του μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας της Αγροτικής Τράπεζας στην Τράπεζα Πειραιώς. Η μεταβίβαση όμως αυτή έγινε χωρίς δημόσια προκήρυξη που να καλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν προσφορές και γενικότερα χωρίς την τήρηση καμίας διαδικασίας, η οποία να διασφαλίζει τις αρχές της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αναφέρεται έτσι στο προοίμιο της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης ότι η Τράπεζα Πειραιώς υπέβαλε προσφορά «στο πλαίσιο της άτυπης διαδικασίας υποβολής προσφορών που έλαβε χώρα ενώπιον της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης», χωρίς να έχει ακολουθηθεί καμία δημόσια διαδικασία υποβολής προσφορών. Είναι προφανές ότι η «άτυπη διαδικασία» που ακολουθήθηκε στην προκείμενη περίπτωση και η οποία ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε σε μία μόλις ημέρα (!), δεν πληροί τις επιταγές της διαφάνειας της κρατικής δράσης και του ανταγωνισμού. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι η διαφάνεια της κρατικής δράσης αποτελεί συνταγματική επιταγή, η οποία αναφέρεται στο συνταγματικό κείμενο (άρθρα 14 παρ. 9, 29 παρ. 2, 102 παρ. 5 και 103 παρ. 7), αποτελεί ειδικότερη έκφανση των γενικότερων συνταγματικών αρχών του Κράτους δικαίου, της λαϊκής κυριαρχίας και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, κατοχυρώνεται δε και σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου (λ.χ. άρθρο 1 εδαφ. 2, άρθρο 2, άρθρ. 6 παρ. 1, 2 & 3, άρθ. 11 παρ. 3 ΣυνθΕΕ). Όσον αφορά τον ελεύθερο ανταγωνισμό, πέρα από την αυτονόητη κατοχύρωσή του σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου [λ.χ. άρθρο 3 παρ. 3 ΣυνθΕΕ, άρθρο 3 παρ. 1 (β) και άρθρα 101-109 ΣυνθΛΕΕ και Πρωτόκολλο (αριθ. 27) σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό, που προσαρτάται στη ΣυνθΕΕ και στη ΣυνθΛΕΕ (EL 30.3.2010 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/309)] προστατεύεται και σε συνταγματικό επίπεδο στο πλαίσιο της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, πρώην ΔΕΚ), οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας αποτελούν θεμελιακή βάση του πλαισίου κανόνων στους τομείς οι οποίοι υπάγονται στην αρμοδιότητα της Ένωσης (βλ. π.χ. στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων: Απόφαση ΔΕΚ της 19ης Μαΐου 2009, στην υπόθεση C‑538/07, Assitur Srl, σκ. 21, Απόφαση ΔΕΚ της 16ης Δεκεμβρίου 2008, στην υπόθεση C‑213/07, Μηχανική ΑΕ, σκ. 44). Οι κοινοτικοί κανόνες που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης της εσωτερικής αγοράς, εντός της οποίας διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία και καταργούνται οι περιορισμοί του ανταγωνισμού (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 19ης Μαΐου 2009, στην υπόθεση C‑538/07, Assitur Srl, σκ. 25, Απόφαση ΔΕΚ της 21ης Φεβρουαρίου 2008, στην υπόθεση C‑412/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 2). Σ’ αυτό το πλαίσιο της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, η διασφάλιση της συμμετοχής του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού επιχειρήσεων στους διαγωνισμούς είναι προς το συμφέρον του κοινοτικού δικαίου (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 19ης Μαΐου 2009, στην υπόθεση C‑538/07, Assitur Srl, σκ. 26, Απόφαση ΔΕΚ της 23ης Δεκεμβρίου 2009, στην υπόθεση C‑305/08, CoNISMa, σκ. 37, Απόφαση ΔΕΚ της 13ης Δεκεμβρίου 2007, στην υπόθεση C-337/06 Bayerischer Rundfunk, σκ. 39). Πρέπει συναφώς να προστεθεί ότι το άνοιγμα στον ευρύτερο δυνατό ανταγωνισμό δεν συναρτάται μόνο με τη διασφάλιση του κοινοτικού συμφέροντος στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά εξίσου με το συμφέρον της ίδιας της αναθέτουσας αρχής, η οποία διαθέτει με τον τρόπο αυτόν ευρεία δυνατότητα επιλογής σε σχέση με την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως και πλέον αρμόζουσα προς τις καθορισθείσες ανάγκες προσφορά (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 13ης Δεκεμβρίου 2007 στην υπόθεση C-337/06 Bayerischer Rundfunk, σκ. 39, Απόφαση ΔΕΚ C‑147/06 και C‑148/06, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις SECAP και Santorso, σκέψη 29).
Η ακυρότητα της δεύτερης προσβαλλόμενης (και των επόμενων προσβαλλόμενων που στηρίζονται σε αυτήν), δεν αναιρείται από τη διάταξη του άρθρου 63Δ του ν. 2601/2007, σύμφωνα με την οποία η «Τράπεζα της Ελλάδος καλεί πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, που κατά την κρίση της και σύμφωνα με τις διαθέσιμες σε αυτήν κατά το χρόνο αυτόν πληροφορίες είναι κατάλληλα για την κτήση των υπό μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, σε άτυπη και εμπιστευτική διαδικασία υποβολής προσφορών για την απόκτησή τους. Τα κληθέντα σε υποβολή προσφορών πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, καθώς και οι διοικούντες, υπάλληλοι και συνεργάτες τους, τηρούν απόρρητο ως προς την ως άνω διαδικασία και κάθε πληροφορία που απέκτησαν με την ευκαιρία αυτής». Και τούτο διότι η διάταξη αυτή που χορηγεί τη δυνατότητα στην Τράπεζα της Ελλάδος να μεταβιβάζει μυστικά και εν λευκώ, χωρίς κανένα κριτήριο και χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο, τις περιουσίες ακόμη και δημόσιων τραπεζών (όπως της Αγροτικής) σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτή επιθυμεί, τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στις συνταγματικές αρχές της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού και τις ενωσιακές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας.
Σε κάθε δε περίπτωση και δεδομένου ότι η όλη διαδικασία (ανάκληση της άδειας λειτουργίας, κλήση των κατάλληλων προσώπων, υποβολή προσφορών, αξιολόγησή τους, σύνταξη των αναγκαίων υπηρεσιακών σημειωμάτων) ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε σε μια μόλις ημέρα, είναι προφανές ότι δεν διεξήχθη σύμφωνα με τον σκοπό του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007. Δηλαδή δεν κλήθηκαν όλα τα πρόσωπα που ήταν κατάλληλα για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δεν τους δόθηκε επαρκής χρόνος για αξιολόγηση, διαπραγμάτευση και υποβολή προσφορών κ.ο.κ. Σημειώνεται ότι η κλήση μόνο μιας Τράπεζας προς υποβολή προσφοράς δεν συνάδει με τις αρχές της διαφάνειας, της χρηστής διοίκησης και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, αφού οι ως άνω αρχές επιβάλλουν την κλήση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού υποψηφίων αγοραστών των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση Τράπεζας, προκειμένου να επιτευχθεί η βέλτιστη λύση εις όφελος και των δανειστών της Τράπεζας που τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση (πρβλ. και ΣτΕ 3789/2003).
Επί πλέον, η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη (και οι επόμενες προσβαλλόμενες που στηρίζονται σε αυτή) τυγχάνει ακυρωτέα επειδή παραβιάζει τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 «προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 "για την τροποποίηση της οδηγίας 77/87/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών - μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων», με τις οποίες θεσπίζεται ο κανόνας της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμεταβλήτων των όρων εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση.
Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέραμε ανωτέρω, με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη μεταβιβάζεται το ως άνω σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της «Αγροτική» (το «υγιές» μέρος της), χωρίς να συμμεταβιβάζονται και οι συμβάσεις εργασίας και εν γένει εργασιακές σχέσεις που έχει καταρτίσει η «Αγροτική» με το προσωπικό (υπαλλήλους της και εν γένει εργαζόμενους σ’ αυτή), που απασχολείτο στην «Αγροτική» την 27-7-2012, ούτε να διασφαλίζονται οι όροι εργασίας και τα εργασιακά δικαιώματα του εν λόγω προσωπικού. Αντιθέτως, οι έννομες σχέσεις της «Αγροτική», που πηγάζουν ή σχετίζονται με τις συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η «Αγροτική» με το προσωπικό της, χαρακτηρίσθηκαν, δυνάμει της δεύτερης προσβαλλόμενης, ως «μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία», δηλαδή παρέμειναν στην υπό εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα (το «προβληματικό» μέρος της), η οποία στις 08.08.2012 και τις επόμενες ημέρες προέβη, δια του διορισθέντος από την Τράπεζα της Ελλάδας ειδικού εκκαθαριστή της, στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας όλου του προσωπικού της, χωρίς να καταβληθεί η σχετική νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Κατά τις επόμενες ημέρες, το μεγαλύτερο μέρος των πρώην εργαζομένων στην «Αγροτική» υπέγραψε, κατ’ ανάγκην, ατομική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την Τράπεζα Πειραιώς, με την οποία ο κάθε εργαζόμενος εντάχθηκε σε ένα νέο εργασιακό περιβάλλον, με σαφώς δυσμενέστερους όρους, καθώς δεν του αναγνωρίζεται καμία προϋπηρεσία, ούτε ο βαθμός και η θέση που κατείχε στην «Αγροτική», αλλά, αντιθέτως, προσλήφθηκε ως απλός τραπεζικός υπάλληλος, ούτε του αναγνωρίζεται οποιοδήποτε επίδομα (θέσης, ευθύνης, βαθμού) από αυτά που ελάμβανε ως εργαζόμενος στην «Αγροτική». Ωστόσο, οι εν λόγω πρώην εργαζόμενοι της «Αγροτική», παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ως εργαζόμενοι της Τράπεζας Πειραιώς πλέον, διατηρούν σε λειτουργία το σύνολο των καταστημάτων, τα οποία ανήκαν στην «Αγροτική» και μεταβιβάσθηκαν στην «Πειραιώς» κατά τα ανωτέρω, συνεχίζοντας την ίδια οικονομική δραστηριότητα και εξυπηρετώντας την ίδια πελατεία, όπως προηγουμένως.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του π.δ. 178/2002 (δηλαδή της Οδηγίας 98/50 του Συμβουλίου ΕΚ, με την οποία τροποποιήθηκεη Οδηγία 77/187/ΕΟΚ και ήδη κωδικοποιήθηκε από την Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου) εφαρμόζονται σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, δηλαδή μεταβίβασης μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Το αποφασιστικό κριτήριο για την ύπαρξη μεταβίβασης υπό την έννοια της Οδηγίας αυτής είναι το αν η εν λόγω οικονομική μονάδα διατηρεί την ταυτότητά της, πράγμα που προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την επανάληψή της. Η έννοια της μονάδας παραπέμπει σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας η οποία έχει δικό της σκοπό. (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 19.5.1992, στην υπόθεση C-29/1991, Redmond Stichting, Απόφαση ΔΕΚ της 12.11.1992, στην υπόθεση C-209/1991, Anne Watson και Απόφαση ΔΕΚ της 14.4.1994, στην υπόθεση C-392/ 92, Sϋzen).
Τα κρίσιμα στοιχεία που αποτελούν τις επιμέρους πτυχές της συνολικής εκτίμησης που επιβάλλεται να πραγματοποιείται για να κριθεί εάν διατηρείται ή όχι η ταυτότητα της οικονομικής μονάδας, σύμφωνα με τη νομολογίατου ΔΕΚ είναι τα ακόλουθα:
i. το είδος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης για την οποία πρόκειται,
ii. η μεταβίβαση ή μη των υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.α.)
iii. η μεταβίβαση ή μη άυλων στοιχείων και η αξία τους,
iv. η πρόσληψη ή μη ενός μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού από το νέο φορέα της επιχείρησης,
v. η μεταβίβαση ή μη της πελατείας,
vi. ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνταν πριν και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 19.09.1995, στην υπόθεση C – 48/94, Rygaard, Απόφαση ΔΕΚ της 11.03.1997, στην υπόθεση C – 13/95,Suzen, Απόφαση ΔΕΚ της 24.01.2002, στην υπόθεση C – 51/00, Temco Service Industries κλπ., Απόφαση ΔΕΚ της 15.12.2005, στην υπόθεση C – 233/04, Nurten Gney – Grees, Απόφαση ΔΕΚ της 02.12.1999, στην υπόθεση υπόθεση C – 234/98, Allen, Απόφαση ΔΕΚ της 10.12.1998, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C – 173/96 και C – 247/96, Hidalgo κλπ., Απόφαση ΔΕΚ της 10.12.1998, , στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C – 127/96, C – 229/ 96 και C – 74/97, Vidal sa κλπ.).
Η σημασία που πρέπει να δοθεί στα παραπάνω κριτήρια ποικίλλει ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα και, μάλιστα, τη μέθοδο παραγωγής και εκμετάλλευσης που χρησιμοποιούνταν στην επιχείρηση, στην εγκατάσταση ή στο τμήμα της εγκατάστασης περί των οποίων πρόκειται (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 11.03.1997, στην υπόθεση C – 13/95, Suzen, Απόφαση ΔΕΚ της 10.12.1998, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C – 173/96 και C – 247/96, Hidalgo κλπ.).
Σημαντικός αριθμός αποφάσεων του ΔΕΚέχει κρίνει ότι: «στο μέτρο που σε ορισμένους τομείς, η δραστηριότητα στηρίζεται, κυρίως, στο εργατικό δυναμικό, δηλαδή σε ένα σύνολο εργαζομένων, τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα, το εργατικό δυναμικό μπορεί να αντιστοιχεί σε οικονομική μονάδα, η οποία διατηρεί την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβασή της, όταν ο νέος επιχειρηματίας δεν αρκείται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά προσλαμβάνει σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού, στο οποίο ο προκάτοχος του είχε αναθέσει ειδικά το έργο αυτό. Στην περίπτωση αυτή ο νέος επιχειρηματίας αποκτά το οργανωμένο σύνολο των στοιχείων, το οποίο θα του παράσχει τη δυνατότητα να συνεχίσει επί μονίμου βάσεως τις δραστηριότητες ή ορισμένες δραστηριότητες της εκχωρούσας επιχείρησης» βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, στην υπόθεση C – 458/05, Juini κλπ., σκ. 31-32 και 36-37, Απόφαση ΔΕΚ της 15.12.2005, στην υπόθεση C – 233/04, Nurten Gney – Grees,Απόφαση ΔΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2003, στην υπόθεση C – 340/01, Abler κλπ., σκ. 29-32, Απόφαση ΔΕΚ της 24.01.2002, στην υπόθεση C – 51/00, Temco Service Industries κλπ., Απόφαση ΔΕΚ της 02.12.1999, στην υπόθεση C – 234/98, Allen, , Απόφαση ΔΕΚ της 10.12.1998, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C – 173/96 και C – 247/96, Hidalgo κλπ.,Απόφαση ΔΕΚ της 10ης Δεκεμßρίου 1998, στις συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C – 127/96, C – 229/96 και C – 74/97, HernándezVidal, FriedrichSantnerκαι MercedesGómezMontaña, σκ. 26-27, 32, Απόφαση ΔΕΚ της 11.03.1997, στην υπόθεση C – 13/95, Suzen).
Η ακυρότητα της δεύτερης προσβαλλόμενης (και των επόμενων προσβαλλόμενων που στηρίζονται σε αυτήν), δεν αναιρείται από τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007 [όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου 10 του ν. 4051/2012 (ΦΕΚ Α 40/29.02.2012)], με την οποία προβλέπεται ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων από ένα πιστωτικό ίδρυμα προς άλλο, με υποχρεωτική απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 178/2002 και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται. Και τούτο διότι, με την ως άνω διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007 (όπως τροποποιήθηκε) ο έλληνας νομοθέτης εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50 του Συμβουλίου ΕΚ (αλλά και της κωδικοποιητικής Οδηγίας 2001/23/ΕΚ), τα πιστωτικά ιδρύματα, παραβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50 του Συμβουλίου ΕΚ (αλλά και της κωδικοποιητικής Οδηγίας 2001/23/ΕΚ), μεταξύ των οποίων και το άρθρο 1 (πεδίο εφαρμογής) της εν λόγω Οδηγίας, το οποίο στην παράγραφο (α) ορίζει ότι: «η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης».
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, οι ιδιώτες μπορούν να προβάλλουν ενώπιον του εθνικού δικαστή και έναντι του κράτους τις διατάξεις μιας οδηγίας, που είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένες αιρέσεων και επακριβώς ακριβείς, σε κάθε περίπτωση όπου η πλήρης εφαρμογή της δεν διασφαλίζεται αποτελεσματικώς, δηλαδή όχι μόνο σε περίπτωση μη μεταφοράς ή μη ορθής μεταφοράς αυτής της οδηγίας, αλλά επίσης στην περίπτωση που τα εθνικά μέτρα για την ορθή μεταφορά της εν λόγω οδηγίας δεν εφαρμόζεται κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 11ης Ιουλίου 2002, στην υπόθεση C-62/00, Marks & Spencer, σκ. 27).
Εξ άλλου, η νομολογία του ΔΕΚ δεν εξαιρεί την εφαρμογή της Οδηγίας στις περιπτώσεις εκείνες που η αφερεγγυότητα του εργοδότη δεν σηματοδοτεί την παύση της δραστηριότητας της επιχείρησης, η οποία συνεχίζεται υπό το διάδοχο εργοδότη (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 07/02/1985, στην υπόθεση C-135/83, Abels, Απόφαση ΔΕΚ της 11/7/1985, στην υπόθεση C-105/84 Danmols Inventar (Mikkelsen), Απόφαση ΔΕΚ της 25/7/1991, στην υπόθεση C-362/89 D’ Urso, Απόφαση ΔΕΚ της 7/12/1995, στην υπόθεση C-472/93 Luigi Spano, Απόφαση ΔΕΚ της 12/11/1998, στην υπόθεση C-399/96 Europieces SA.), ενώ εξίσου σημαντικό επιχείρημα για την υπαγωγή στο πεδίο της Οδηγίας αποτελεί η έλλειψη δικαστικού ελέγχου, μέτρου διαχείρισης της περιουσίας της επιχείρησης και η αναστολή πληρωμών (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 7/12/1995, στην υπόθεση C-472/93 Luigi Spano, σκ. 29).
Γ. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στο ιστορικό, η πέμπτη προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Καθορισμός ανώτατου ορίου ύψους αποζημίωσης ανά δικαιούχο από απαίτηση του άρθρου 154γ του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά την ειδική εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ‘ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ’», στηρίζεται στην εξουσιοδοτική διάταξη του 13Α παρ. 4 του ν. 3747/2009 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 4021/2011). Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι εάν ενεργοποιηθεί το Ταμείο Εγγυήσεως Καταθέσεων και Επενδύσεων στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 63Δ και 63Ε του ν. 3601/2007, τα Σκέλη του ΤΕΚΕ αποκτούν αξιώσεις κατά του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος που ικανοποιούνται προνομιακά από το προϊόν της ειδικής εκκαθάρισης μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 154 περίπτωση γ’ του Πτωχευτικού Κώδικα και πριν από τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα. «Το ύψος της απαίτησης του άρθρου 154 περίπτωση γ’ του Πτωχευτικού Κώδικα ανά δικαιούχο που ικανοποιείται προνομιακά κατά το προηγούμενο εδάφιο υπόκειται σε ανώτατο όριο, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών» .
Καταρχάς και ενόψει του ότι ο καθορισμός του ποσοστού της ικανοποίησης των αξιώσεων του άρθρου 154 περ. γ’ του Πτωχευτικού Κώδικα αφορά τα πολύ σημαντικά θέματα της ικανοποίησης των αποζημιωτικών αξιώσεων των εργαζομένων (που συνδέεται με τη σειρά με συνταγματικά δικαιώματα, όπως αυτό της εργασίας κατ’ άρθρο 22 Συντ.), τίθεται ζήτημα κατά πόσο ο καθορισμός αυτός μπορεί να θεωρηθεί «ειδικότερο θέμα» ή «θέμα με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό», ώστε να μπορεί να ρυθμισθεί από άλλο κρατικό όργανο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β’ Συντ.
Ανεξαρτήτως όμως τούτου, το άρθρο 13Α παρ. 4 του ν. 3747/2009 παρέχει μια ουσιαστικά «εν λευκώ», χωρίς κανένα κριτήριο και καμία κατευθυντήρια αρχή, εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να καθορίζει κατά την απόλυτη κρίση του το ποσοστό ικανοποίησης των αξιώσεων του άρθρου 154 περ. γ’ του Πτωχευτικού Κώδικα. Επομένως, η εξουσιοδοτική αυτή διάταξη δεν είναι ειδική και ορισμένη και τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο άρθρο 43 παρ. 2 Συντ. Σε κάθε πάντως περίπτωση και υπό οποιαδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, η πέμπτη προσβαλλόμενη πράξη θα έπρεπε (ενόψει και της προαναφερθείσας συνταγματικής επιταγής περί προστασίας της εργασίας κατ’ άρθρο 22 Συντ.) να στηρίζεται σε επιστημονική μελέτη ή τουλάχιστον σε συγκεκριμένα τεκμηριωμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν, ενόψει και του επιδιωκόμενου σκοπού από το άρθρο 13Α παρ. 4 του ν. 3747/2009, την αναγκαιότητα περιορισμού έως ποσοστού 50% του ποσού των αποζημιωτικών αξιώσεων των εργαζομένων που κατατάσσονται προνομιακά. Τέτοια όμως τεκμηρίωση δεν υπάρχει εν προκειμένω, με περαιτέρω συνέπεια την ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξης.
ΙΙΙ. Συνοπτική έκθεση κατ’ άρθρο 41 του ν. 4055/2012.
Η πρώτη προσβαλλόμενη περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας και θέσης της σε ειδική εκκαθάριση τυγχάνει ακυρωτέα λόγω έλλειψης νόμιμης, πλήρους και ειδικής αιτιολογίας, ιδίως όσον αφορά την επικαλούμενη έλλειψη βιωσιμότητας και αδυναμία ρευστότητας της Αγροτικής Τράπεζας. Η ακυρότητα της πρώτης προσβαλλόμενης συμπαρασύρει στην ακυρότητα και όλες τις υπόλοιπες, επ’ αυτής στηριζόμενες πράξεις. Περαιτέρω, η εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της Αγροτικής Τράπεζας στην Τράπεζα Πειραιώς (που συντελέσθηκε χωρίς την τήρηση καμίας τυπικής διαδικασίας και χωρίς δημόσια προκήρυξη, εντός μίας μόλις ημέρας) παραβιάζει τις συνταγματικές και ενωσιακές αρχές της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, καθώς και τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 (Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, που κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου), με τις οποίες θεσπίζεται ο κανόνας της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμεταβλήτων των όρων εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών περί καθορισμού ανώτατου ορίου ύψους αποζημίωσης φέρεται να στηρίζεται στο άρθρο 13Α παρ. 4 του ν. 3747/2009, το οποίο όμως δεν παρέχει ειδική και ορισμένη νομοθετική εξουσιοδότηση κατ’ άρθρο 43 παρ. 4 Συντ. Σε κάθε πάντως περίπτωση, η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών τυγχάνει ακυρωτέα ως αναιτιολόγητη και ως μη στηριζόμενη στα πορίσματα επιστημονικής μελέτης ή έστω σε τεκμηριωμένα στοιχεία, τα οποία να δικαιολογούν τον καθορισμό ανώτατου ορίου προνομιακής κατάταξης του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης σε ποσοστό 50%.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
που είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθείς
και για όσους επιφυλασσόμαστε να προσθέσουμε νομίμως στο μέλλον
ΖΗΤΟΥΜΕ
Να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση.
Να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις και κάθε άλλη συναφής.
Να καταδικασθούν η Τράπεζα της Ελλάδος και το Ελληνικό Δημόσιο στο σύνολο της δικαστικής μας δαπάνης.
Αθήνα, 22 Οκτωβρίου 2012
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου